παραβάτης


παραβάτης
παρα-βάτης, , der neben einen hintritt, neben ihm steht, bes. (a) der neben dem Wagenlenker Stehende, der eigentliche Kämpfer; (b) es werden παραβάται neben Reitern genannt, wahrscheinlich eine leichte Art Fußtruppen, die unter der Reiterei mitkämpften; (c) παρβάτης, der Übertreter, Frevler

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • παραβάτης — one who stands beside masc nom sg παραβατέω to be a imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβάτης — ο, θηλ. παραβάτις, ΝΜΑ, παλαιός αττ. τ. παραιβάτης, θηλ. παραιβάτις, λυρ. τ. παρβάτης, Α [παραβαίνω] 1. πρόσωπο που παραβιάζει, που παραβαίνει, που δεν εκτελεί κάτι («είναι παραβάτης τού νόμου») 2. επίορκος απέναντι στον Θεό, αμαρτωλός, ασεβής 3 …   Dictionary of Greek

  • παραβάτης — [параватис] ουσ. а нарушитель закона и т. п …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • παραβάτης — ο πληθ. ες, ών, αυτός που παραβαίνει νόμο, αθετεί λόγο, όρκο ή δεν τηρεί υπόσχεση: Με το νέο Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας οι παραβάτες τιμωρούνται αυστηρότερα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παραβάται — παραβάτης one who stands beside masc nom/voc pl παραβάτᾱͅ , παραβάτης one who stands beside masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραιβάται — παραβάτης one who stands beside masc nom/voc pl παραιβάτᾱͅ , παραβάτης one who stands beside masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβατῶν — παραβάτης one who stands beside masc gen pl παραβατέω to be a pres part act masc nom sg (attic epic doric) παραβατός to be overcome masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβάταις — παραβάτης one who stands beside masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβάτην — παραβάτης one who stands beside masc acc sg (attic epic ionic) παραβαίνω go by the side of aor ind act 3rd dual (epic) παραβαίνω go by the side of aor ind act 3rd dual (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβάτου — παραβάτης one who stands beside masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβάτῃ — παραβάτης one who stands beside masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.